Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Διήγημα [Ταλάντωση]


Μανωλάς Εμμανουήλ - 2009-10-16


Ταλάντωση

Ο Νίκος ο αλήτης ήταν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο με το ένα πόδι μέσα στο αυλάκι όπου έτρεχαν ακόμη νερά από την πρωινή βροχή. Δεν έδειχνε να τον ενοχλεί η υγρασία. Είχε μάθει πια να αδιαφορεί για μικρολεπτομέρειες και να σκέφτεται μόνο τον στόχο του.
Κάποτε φρόντιζε αλλιώς τον εαυτό του, με καλό ντύσιμο, ακριβό φαγητό και εκλεκτή διασκέδαση. Τώρα δεν πρόσεχε τους πάμπολλους λεκέδες που στόλιζαν τα κουρελιασμένα του ρούχα. Το σχεδόν άδειο μπουκάλι από φθηνό μηλόκρασο που προεξείχε από την τσέπη του παλτού του μαρτυρούσε ότι ήταν ο σύντροφός του για να ξεχνάει. Αλλά όχι εντελώς. Όχι όλα.

Θυμόταν την εποχή που δεν κυκλοφορούσε με ψεύτικο όνομα. Ζούσε ευτυχισμένος μαζί με τον αδελφό του τον Τάσο, παρά το ότι είχαν χάσει τους γονείς τους. Δεν έμοιαζαν, αν και ήσαν δίδυμοι. Γιόρταζαν την ίδια μέρα, γλεντούσαν μαζί και σχεδίαζαν να μαζέψουν αρκετά χρήματα και να φτιάξουν δυο ωραίες οικογένειες με κοπέλες γερές και τίμιες. Υπήρχαν πολλές υποψήφιες και θα μπορούσαν να διαλέξουν όταν θα έφτανε η ώρα.
Δεν ήρθε ποτέ η αναθεματισμένη ώρα. Ο Τάσος έμπλεξε με κάποια ύποπτη δουλειά όταν ένας επιχειρηματίας του υποσχέθηκε σημαντικά κέρδη. Μέσα στη βδομάδα ο βασικός αυτός συνεργάτης, για να μην πληρώσει, δρομολόγησε κάποιες ενέργειες και φρόντισε να καλύψει όλα τα ίχνη.
Όταν η αστυνομία του ανακοίνωσε ότι βρέθηκε ο Τάσος σε ένα χαντάκι βαριά τραυματισμένος και με σπασμένα χέρια και πόδια, είχε την ελπίδα ότι αυτό ήταν το χειρότερο νέο που μπορούσε να ακούσει. Στο νοσοκομείο που έφτασε σαν τρελός οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι ο αδελφός του είχε ήδη πεθάνει κατά την μεταφορά από ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία. Και στη συνέχεια οι αστυνομικοί ζητούσαν φορτικά να μάθουν από αυτόν τι είχε συμβεί, επειδή ο Τάσος είχε προφανώς βασανιστεί αφού δεν είχε γλώσσα όταν τον βρήκαν και δεν μπόρεσε να μιλήσει προτού πεθάνει.
Στην αρχή κόντεψε να χάσει το μυαλό του από την απελπισία. Δεν μπορούσε να τους πει κάτι συγκεκριμένο, γιατί δεν ήξερε. Βέβαια μετά έψαξε, λάδωσε, έμαθε. Οι αρχές δεν τον θεώρησαν εντελώς αμέτοχο και τον παρακολουθούσαν συνεχώς. Και ακριβώς γιαυτό απέτυχε η πρώτη του προσπάθεια να σκοτώσει αυτό το κάθαρμα που είχε καταστρέψει την ζωή του.
Του είχε στήσει ενέδρα ένα βράδυ, αλλά κάτι αντιλήφθηκε η φρουρά του. Έπεσαν πυροβολισμοί, πλάκωσαν και οι αστυνομικοί, και τρέχοντας να ξεφύγει πέρασε από ένα ακατοίκητο μισοερειπωμένο αρχοντικό, που ήξερε ότι έβλεπε σε μια πλατειούλα με στενά δρομάκια και ότι θα μπορούσε να αποφύγει εκεί τα περιπολικά. Μέσα στο σπίτι δίπλα στην πόρτα είδε ένα πτώμα που είχε μια σύριγγα καρφωμένη στο χέρι. Η νύχτα είχε πέσει αλλά στο λιγοστό φως της πλατείας είδε ότι έμοιαζαν κάπως. Τον έψαξε βιαστικά, βρήκε μια ταυτότητα, την πήρε και έφυγε τρέχοντας.
Ευτυχώς που είχε ήδη στο κρυφό ζωνάρι του τα λεφτά του για ώρα ανάγκης. Δεν ξαναπέρασε από την γειτονιά του και από τους παλιούς γνωστούς του. Τηλεφώνησε μόνο στην κοπελιά που εκτιμούσε περισσότερο, την Σοφία, και της είπε ότι θα έφευγε για λίγο μακριά για να μπορέσει να ξεχάσει. Του είπε, θα τον περιμένει. Το ίδιο είπε και στους αστυνομικούς που την ανέκριναν.
Έκανε νέες γνωριμίες, που δεν ρώτησαν τι τις ήθελε τις σφαίρες. Για τον ναρκομανή νεκρό του παλιού αρχοντικού άκουσε ότι θάφτηκε με συνοπτικές διαδικασίες ως άγνωστος. Από τότε συστηνόταν σαν Νίκος. 
Έμαθε ότι ο στόχος του είχε μετακομίσει σε άλλο σπίτι. Άρχισε να συχνάζει εκεί κοντά. Η βρωμερή εμφάνισή του, όπως περιφερόταν αξύριστος και αχτένιστος, απομάκρυνε τα κακά συναπαντήματα με κρυφούς και ένστολους αστυνομικούς. Μπορούσε να μαθαίνει πολλά πράγματα από τις παλιές εφημερίδες και τις συζητήσεις όσων δεν του έδιναν σημασία νομίζοντας ότι είναι μεθυσμένος. Το πιο πολύ κρασί το έπινε πάντως το παλτό του.

Μισοσηκώθηκε στο πεζοδρόμιο βλέποντας προς την πόρτα από όπου είδε να βγαίνει ο καλοντυμένος επιχειρηματίας. Δεν μπορούσε να πλησιάσει πολύ γιατί θα τον προλάβαιναν οι φρουροί. Έβγαλε το όπλο και σημάδεψε στην καρδιά. Την τελευταία στιγμή έκοψε την πορεία της σφαίρας το κρανίο του ανύποπτου οδηγού που έσκυψε δουλικά για να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου για το αφεντικό του. Προτού το πτώμα χτυπήσει το πεζοδρόμιο, το αφεντικό, που είχε ακούσει τον πυροβολισμό, πήδηξε αστραπιαία προς στο σπίτι. Ήταν μάταιο να μείνει άλλο εκεί και έφυγε βιαστικά με το βρεγμένο του παπούτσι να σκούζει περίεργα. Κοιτάζοντας προς τα πίσω λίγο πριν στρίψει σε μια πάροδο είδε ότι κανένας δεν έβγαινε για να φροντίσει τον πεθαμένο. Θα τον φρόντιζαν οι αστυνομικοί που θα έφθαναν σε λίγο.

Δυο προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αλλάξει σχέδιο, αφού το τυχερό κάθαρμα θα ήταν πια πολύ προσεκτικό. Η τρίτη προσπάθεια έπρεπε να είναι και φαρμακερή. Γύρισε στο σπίτι, καθαρίστηκε, κατέστρεψε ό,τι τον συνέδεε με τον αλήτη Νίκο και ξεκίνησε την παλιά του ζωή. Λίγο αργότερα η Σοφία δέχτηκε να μείνουν μαζί. Του φάνηκε ότι μπορούσε να ζήσει με την γυναίκα αυτή μια φυσιολογική, ίσως και ευτυχισμένη ζωή. Βρήκε ένα καλό διαμέρισμα σε ωραία συνοικία με πολλά δέντρα στους δρόμους και φροντισμένα παρκάκια και την άφησε να το διακοσμήσει όπως ήθελε.  Φυσικά, χωρίς να της πει τίποτε, είχε φροντίσει να βρίσκεται κοντά στην μονοκατοικία που έμενε το λαμόγιο ώστε, παρακολουθώντας το, να μάθει τις συνήθειές του. Τον έτρωγε το σαράκι της εκδίκησης.
Κανόνισε ένα συμβόλαιο με κάποιους παλιούς γνωστούς, από τότε που γύριζε σαν αλήτης στους δρόμους. Δεν βρίσκονταν όλοι έξω από την φυλακή, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε σε τίποτα τις δουλειές τους. Αν υπήρχαν τα χρήματα, μέχρι και πύραυλο σε Πρεσβεία μπορούσαν να ρίξουν. Άλλωστε, όπως έλεγαν γελώντας, το είχαν ξανακάνει.
Μάζεψε όσα είχε και δεν είχε, πήρε και δάνειο. Αυτός βρήκε τα χρήματα, οι άλλοι του είπαν ότι βρήκαν ένα μεγάλο βλήμα με σύστημα Golis. Δεν είχε ιδέα τι ήταν αλλά του εξήγησε ο μηχανικός της ομάδας. Χαμογέλασε άθελά του επειδή θυμήθηκε τον Τσαρλς Μπρόνσον σε ένα έργο δεκαετίας 70, The Mechanic - Ο Μηχανικός, που στην πραγματικότητα ήταν εκτελεστής. "Golis σημαίνει Go Onto Location In Space, πήγαινε σε κάποιο σημείο του χώρου. Υπάρχουν πολλά συστήματα διεύθυνσης, αλλά το πιο προσιτό είναι ένα GPS. Μας δίνεις τις συντεταγμένες του στόχου, βάζουμε την ρύθμιση ας πούμε στην Πάρνηθα και πάει καρφί οπουδήποτε στο Λεκανοπέδιο".

Εύκολο ήταν. Παρκάροντας σε διάφορες μεριές γύρω από την μονοκατοικία του γνωστού, και κατά προτίμηση εξαιρετέου με την κακή έννοια, πήρε μετρήσεις με ένα σύστημα GPS που αγόρασε ως βοήθημα για την οδική κυκλοφορία. Προσεκτικά, όταν ήταν μόνος στο σπίτι, επειδή δεν ήθελε να υποψιαστεί κάτι η Σοφία, βρήκε μέσους όρους και υπολόγισε ακριβώς τις συντεταγμένες της μονοκατοικίας. Τις έδωσε στην ομάδα και καθόρισε την ημερομηνία και την ώρα. Έμεναν μόνο δυο τηλεφωνήματα. Ένα αρχικό δικό του, που θα βεβαίωνε σε έναν συνεργό την έναρξη της επιχείρησης. Και ένα τελικό από κοινόχρηστο τηλέφωνο στο λιμάνι του Πειραιά, που κάποιος θα έκανε προς την ομάδα που θα έστελνε το βλήμα. Δεν είχε ιδέα αν θα υπήρχαν και ενδιάμεσα τηλεφωνήματα για να χάσει τα ίχνη η αντιτρομοκρατική.

Όταν έφτασε η ώρα, είπε στην Σοφία, που είχε γυρίσει από τα πρωινά ψώνια κι ετοιμαζόταν να μαγειρέψει, ότι βγαίνει για ένα μικρό περίπατο. Απομακρύνθηκε λίγο, έβαλε γάντια νάιλον και τηλεφώνησε με ένα αχρησιμοποίητο καρτοκινητό. Μετά διέλυσε την συσκευή, την πέταξε στον υπόνομο και έκαψε τα γάντια. Σε μερικά λεπτά ο μισητός εχθρός του δεν θα υπήρχε πια. Ο αέρας του φάνηκε πιο αραιός, πιο καθαρός. Άρχισε να επιστρέφει προς το σπίτι.
Είχε κάνει μόλις μερικά βήματα όταν νόμισε ότι άκουσε ένα σφύριγμα στον αέρα, αλλά πριν το συνειδητοποιήσει είδε από μακριά το σπίτι του να χτυπιέται από έναν φονικό πύραυλο και ένας τρομακτικός θόρυβος τράνταξε όλη την περιοχή. Έτρεξε προς τα εκεί, αλλά ήταν πολύ αργά. Η πολυκατοικία ήταν μισογκρεμισμένη και το διαμέρισμά του δεν φαινόταν από τις φλόγες και τον πυκνό καπνό. Η Σοφία και η ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν μαζί είχαν γίνει φωτιά και ερείπια.

Οι άνθρωποι της αντιτρομοκρατικής κατάλαβαν από μερικά υπολείμματα ότι ήταν βλήμα με GPS, αλλά δεν έβρισκαν λογικό να χτυπηθεί μια πολυκατοικία με διαμερίσματα απλών ανθρώπων και να υπάρχουν τόσοι νεκροί και τραυματίες. Τριγύρω έμεναν πολιτικοί, επιχειρηματίες, και άλλοι πιθανότεροι στόχοι. Συζητούσαν λοιπόν για διάφορα πιθανά σενάρια και ένας τους μίλησε για λάθος, ότι δηλαδή όποιος έκανε την ρύθμιση του στόχου προφανώς δεν ήξερε για την ταλάντωση.
Ο Λάμπρος που στεκόταν αποσβολωμένος παραδίπλα το άκουσε και τους ρώτησε με γνήσιο ενδιαφέρον πώς νόμιζαν ότι συνέβη αυτή η καταστροφή. Πρόθυμα του εξήγησαν για την τυχαία ταλάντωση που βάζουν στα στοιχεία GPS τα λογισμικά των δορυφόρων, μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, για να αποφεύγονται τα χτυπήματα τρομοκρατών σε σταθερούς στόχους.
Αυτός κούνησε το κεφάλι με κατανόηση κι απομακρύνθηκε αργά από τα ερείπια και τον χαμό νοσοκομειακών και αστυνομικών. Περνώντας μέσα από αλαφιασμένους γείτονες πήγε και κάθισε σε ένα πολυκαιρισμένο παγκάκι γεμάτο σκόνες από την έκρηξη. Μετά έκλεισε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του και άρχισε να κλαίει.

«Μην κλαις μωρό μου ...» του είπε η Σοφία και κάθισε δίπλα του. Ο Λάμπρος την κοίταξε ξαφνιασμένος, χωρίς να πιστεύει ότι πραγματικά την έβλεπε. «... μη στεναχωριέσαι. Θα τα ξαναφτιάξουμε καλύτερα!»
«Δεν ήσουν μέσα;» ρώτησε με ανυπόκριτη χαρά που ανάβλυζε από μέσα του.
«Είχα πάρει το πρωί από το φαρμακείο ένα τεστ εγκυμοσύνης και βγήκα να σε βρω και να σου πω τα ευχάριστα. Θα αποκτήσουμε παιδάκι!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: